Νταλοπούλου Ελένη, M.Ed. Λογοθεραπεύτρια, Κέντρο «Προσέγγιση»
Πώς χτίζουμε την ομιλία βήμα-βήμα, χωρίς άγχος και πίεση στο σπίτι
Η στιγμή που οι γονείς συνειδητοποιούν ότι το παιδί τους δυσκολεύεται να μιλήσει συχνά συνοδεύεται από αγωνία, άγχος και μια βαθιά επιθυμία:
«Θέλω απλώς να ακούσω τη φωνή του.»
Κι όμως, στην προσπάθειά μας να βοηθήσουμε, είναι εύκολο να πέσουμε στην παγίδα να ζητάμε συνεχώς από το παιδί να επαναλάβει λέξεις:
«Πες νερό!»
«Τι είναι αυτό;»
«Πώς το λέμε;»
Στη λογοθεραπεία μπορούμε να παρομοιάσουμε την επικοινωνία με μια πυραμίδα. Η ομιλία είναι η κορυφή. Η βάση της, όμως, αποτελείται από δεξιότητες όπως η βλεμματική επαφή, η κοινή προσοχή, η εναλλαγή σειράς και, πάνω απ’ όλα, η πρόθεση του παιδιού να επικοινωνήσει και να συνδεθεί μαζί μας.
Αν προσπαθήσουμε να «πιέσουμε» την κορυφή χωρίς να ενισχύσουμε τη βάση, το παιδί μπορεί να ματαιωθεί.
Πώς μπορούμε, λοιπόν, να μετατρέψουμε την καθημερινότητα στο σπίτι σε ένα φυσικό περιβάλλον που ενισχύει την επικοινωνία και την ανάπτυξη του λόγου;
- Σταματάμε τις «ερωτήσεις-απαιτήσεις»
Όταν ρωτάμε συνεχώς «Τι είναι αυτό;» ή «Πες νερό!», μπορεί να δημιουργούμε στο παιδί την αίσθηση ότι πρέπει να αποδώσει.
Τι κάνουμε αντί γι’ αυτό;
Αντικαθιστούμε τις συνεχείς ερωτήσεις με περιγραφή και μοντελοποίηση. Γινόμαστε εμείς το ζωντανό γλωσσικό πρότυπο.
Για παράδειγμα, όταν το παιδί δείχνει το ποτήρι, μπορούμε να πούμε:
«Νερό! Πίνουμε νερό!»
Και στη συνέχεια να του δώσουμε το νερό, χωρίς να απαιτήσουμε να επαναλάβει τη λέξη.
- Ο κανόνας «+1 λέξη»
Για να μπορέσει ένα παιδί με περιορισμένο λεξιλόγιο να μας καταλάβει και σταδιακά να μας μιμηθεί, χρειάζεται η γλώσσα μας να είναι προσαρμοσμένη στο δικό του επίπεδο.
Χρησιμοποιούμε μικρές, απλές φράσεις, προσθέτοντας περίπου μία λέξη σε αυτό που ήδη μπορεί να κατανοήσει ή να εκφράσει.
Αν χρησιμοποιεί μία λέξη, μπορούμε να προσθέσουμε άλλη μία:
«Μπάλα» → «Θέλω μπάλα.»
«Νερό» → «Κι άλλο νερό.»
«Μαμά» → «Μαμά έλα.»
Αν ακόμη δεν χρησιμοποιεί λέξεις, μπορούμε να ξεκινήσουμε με απλές, λειτουργικές λέξεις και ήχους μέσα από το παιχνίδι και την καθημερινότητα:
«Πάμε!» – «Έλα!» – «Άνοιξε!» – «Κι άλλο!» – «Μπαμ!»
- Δημιουργούμε «επικοινωνιακές ευκαιρίες»
Αν δίνουμε στο παιδί όλα όσα χρειάζεται πριν προλάβει να τα ζητήσει, μειώνονται οι φυσικές ευκαιρίες για επικοινωνία.
Μπορούμε, λοιπόν, να δημιουργήσουμε μικρές καθημερινές ευκαιρίες για να μας δείξει τι θέλει.
Για παράδειγμα:
- Βάζουμε το αγαπημένο του παιχνίδι σε ένα σημείο που το βλέπει αλλά χρειάζεται τη βοήθειά μας για να το πάρει.
- Δίνουμε μια μικρή ποσότητα από κάτι που του αρέσει και περιμένουμε να ζητήσει κι άλλο.
- Δίνουμε το πιάτο χωρίς το κουτάλι και περιμένουμε να μας δείξει τι χρειάζεται.
- Κλείνουμε προσωρινά ένα αγαπημένο παιχνίδι και περιμένουμε να μας ζητήσει να το ανοίξουμε.
Το σημαντικό είναι να δημιουργούμε ευκαιρίες — όχι να δοκιμάζουμε ή να «εξετάζουμε» το παιδί.
Αντί να απαιτήσουμε «Πες το!», παρατηρούμε κάθε τρόπο με τον οποίο προσπαθεί να επικοινωνήσει μαζί μας.
- Η δύναμη της παύσης
Πολλά παιδιά χρειάζονται περισσότερο χρόνο για να επεξεργαστούν αυτό που ακούν, να οργανώσουν την απάντησή τους και να εκφράσουν αυτό που θέλουν.
Αφού πούμε μια λέξη, κάνουμε μια κίνηση ή δημιουργήσουμε μια ευκαιρία για επικοινωνία, κάνουμε μια μικρή παύση.
Μπορούμε να μετρήσουμε σιωπηλά μέχρι το 5 και να δώσουμε στο παιδί τον χρόνο να αντιδράσει.
Δεν χρειάζεται να επαναλαμβάνουμε αμέσως την ερώτηση ή να μιλάμε περισσότερο.
Η σιωπή πολλές φορές είναι ο χώρος που χρειάζεται το παιδί για να πάρει τη σειρά του.
- Επιβραβεύουμε κάθε προσπάθεια επικοινωνίας
Στόχος δεν είναι εξαρχής η τέλεια λέξη.
Αναγνωρίζουμε και ενισχύουμε κάθε προσπάθεια επικοινωνίας: έναν ήχο, μια συλλαβή, ένα βλέμμα, μια χειρονομία, ένα δείξιμο, μια προσπάθεια να μας οδηγήσει σε κάτι που θέλει.
Όταν το παιδί βιώνει ότι η επικοινωνία του έχει αποτέλεσμα, αποκτά περισσότερες ευκαιρίες και κίνητρο για να επικοινωνήσει ξανά.
Και αυτό είναι ένα πολύ σημαντικό βήμα προς την ανάπτυξη της γλώσσας και της ομιλίας.
Θυμηθείτε:
Η ανάπτυξη του λόγου δεν είναι κούρσα ταχύτητας.
Είναι μια πορεία που χτίζεται μέσα από μικρές, καθημερινές στιγμές σύνδεσης, παιχνιδιού και επικοινωνίας.
Κάθε ήχος.
Κάθε βλέμμα.
Κάθε δείξιμο.
Κάθε χειρονομία.
Κάθε μικρή προσπάθεια να μας πει «κάτι».
Είναι ένα ακόμη βήμα πιο κοντά στην πρώτη μεγάλη μας κουβέντα.




